Tuesday, 17 July 2007

Το χοιρινό της μαμάς δεν αρπάζει ποτέ..

Έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Δυο τρία μικρά κομματάκια σοβά προσγειώθηκαν στο πάτωμα. Δίπλα στα άλλα κομματάκια από χτες. Η Β. κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Οχτώ χρόνια τώρα η ίδια ιστορία. Όχι οχτώ, ψέματα. Τα δύο πρώτα που μέναμε μόνοι μας καλά ήταν. Μετά ήρθε ο μικρός. Δεν είχα πρόβλημα να τον μεγαλώσουμε οι δυο μας κι ας έλειπε ο Κ. για δουλειές συχνά. Επέμενα πολύ. Δεν ήθελα να μείνουμε με τη μάνα του. Αυτό το πνίξιμο που ένιωθα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, αυτό ήθελα να αποφύγω. Τη χοντρή φιγούρα της μάνας με το μεγάλο στήθος και τη δυνατή, στριγκιά φωνή. Της μάνας που ξέρει καλύτερα πώς να φτιάξει το χοιρινό για να μην αρπάξει, πώς να πλύνει το πουλόβερ χωρίς να γαριάσει, πώς να χαμογελάσει στη συμπεθέρα για να μην παρεξηγηθεί, πως θα μαλώσει το μικρό για να μην καλομάθει, πως θα ζήσεις τη ζωή σου για να μην την ζήσεις. Και τελικά δεν το απέφυγα. Η χοντρή φιγούρα μας υποδέχτηκε όλο χαρά, εμένα και τον μικρό, και ήταν σα να έγινε πιο χοντρή από την ώρα που μπήκαμε στο σπίτι, σα να φούσκωσε, να παραγέμισε καινούριες αρμοδιότητες, ευθύνες, εντολές, φωνές. Έξι χρόνια στο σπίτι της μάνας του. Με την αδερφή του. Κι αυτόν να μπαινοβγαίνει όποτε θέλει, συνήθως δύο ώρες το μεσημέρι, να κάνει μπάνιο, να φάει (το χοιρινό της μαμάς που δεν αρπάζει ποτέ) και να κοιμηθεί μισή ώρα, ίσα για να πάρει δύναμη για την πρέφα στη λέσχη μετά – ή την μπιρίμπα, δεν ξέρω και δε με νοιάζει, σάμπως κερδίζει ποτέ; Η μάνα μου φταίει. Δεκάξι χρονών με άφησε να τον πάρω. Γιατί δε με άφησε να πάρω τον Α.; Αφού ήξερε πόσο αγαπιόμασταν. Θα μου πεις πώς να εμπιστευτείς το συναίσθημα ενός κοριτσιού σε αυτήν την ηλικία. Η μάνα μου φταίει. Που δε με πίεσε να τελειώσω το σχολείο. Που μου είπε εσύ είσαι κορίτσι, δεν χρειάζεται να μάθεις γράμματα. Που δε με πήρε μαζί της στο νησί και με άφησε στο σπίτι της χοντρής φιγούρας. Που με παίρνει μια φορά τη βδομάδα κι όταν αρχίζω να παραπονιέμαι μου λέει ότι η δικιά μας η φυλή μας έτσι είναι και να κοιτάξω να σώσω το γάμο μου. Να σώσω το γάμο μου, να μη μας πιάσει στο στόμα της η γειτονιά, να, να… Τη μελανιά στον αριστερό μου ώμο τι να την κάνω μαμά; Είδα τον Α. χτες. Στην εκκλησία. Η κόρη του μεγάλωσε. Πρέπει να είναι ένα χρόνο μικρότερη από τον δικό μου. Σα να πήρε κανά κιλό η γυναίκα του. Δεν τον κοίταξα. Οχτώ χρόνια μετά ο ίδιος κόμπος. Μαμά. Εσύ φταις.

1 comment:

polly said...

Άραγε φεύγει ποτέ αυτός ο κόμπος της ανεκπλήρωτης επιθυμίας;Θα μου πεις μάλλον δεν είναι αυτό το θέμα...αλλά ο καθένας με τον πόνο του!Σήμερα ένιωσα σαν να χωρίζω από μια σχέση ενάμιση χρόνου και το αστείο είναι ότι κι αυτός το ίδιο νιώθει.Έτσι ισχυρίζεται τουλάχιστον...Φεύγει λέει.Θα κάνει ένα ταξίδι.Δεν μου είπε για που.Θα στείλει κάρτα.Θα βρεθούμε πριν φύγει και θα έχουμε τον ίδιο κόμπο...Μόνο που στην περίπτωση αυτή δεν φταίει η μαμά.Δυστυχώς.