Tuesday, 30 December 2008

between light and nowhere

λίγα λόγια τελευταία.. και καλά, για μένα τουλάχιστον.

το πλαίσιο γνωστό. αθήνα, λίγος κόσμος, κρύο, βόλτες στους δρόμους, περπατώ παράλληλα με τα συνθήματα στους τοίχους, χαμόγελα σε φίλους, ασφάλεια κι ανησυχία μαζί, ο καθένας την δικιά του, για τους λόγους του..

και μπαίνω μηχανικά στο κλίμα της πρωτοχρονιάς, σπρώχνοντας κάπως, χαζεύοντας το 08.. ανάμεικτα δεν είναι όλα πάντα;

έτσι κάπως, όπως μας ωθεί στην εναλλαγή το τραγουδάκι που ξεπροβοδίζει το 08.

τι μένει; αν μένει κάτι τελικά, είναι η αίσθηση ότι φτιάχνω κάτι, δικό μου, μεγαλώνω, μαθαίνω..

αλλά και το ότι γίνονται περισσότεροι οι άνθρωποι γύρω μου (έξω, αλλά ίσως κι εδώ) που νιώθουν κάτι κοντά σε αυτό που νιώθω εγώ ακούγοντας τη μελωδία και το στίχο..

καλή συνέχεια, λοιπόν!

Wednesday, 17 December 2008

The answer, my friend, is blowin' in the wind..

 

πόσες φορές τα κανόνια θα βροντήσουν προτού τα εξορίσουμε για πάντα;

πόσα χρόνια σκλάβος προτού λευτερωθείς;

πόσα χρόνια χρειάζονται μερικοί άνθρωποι προτού ακούσουν τους άλλους να κλαίνε;

α ναι..

και πόσους θανάτους προτού καταλάβουν ότι ήδη πάρα πολλοί έχουν πεθάνει..

την απάντηση την δίνει ο αγέρας..

Wednesday, 10 December 2008

η δική μου πραγματικότητα

Θυμώνω πολύ αυτές τις μέρες.
Θυμώνω με μας.
Με όσους κλείνονται σπίτι τους και διατηρούν επαφή με τη ζωή στην Αθήνα μέσα από την τηλεόρασή τους. Για πόσα χρόνια ακόμα θα διαμορφώνουμε άποψη για τα πράγματα με βάση τα συμφέροντα των ιδιοκτητών των καναλιών και τον λαϊκισμό των δημοσιογράφων;
Ο φόβος στην πρώτη γραμμή.
Πριν κατέβω στο Σύνταγμα χθες, παρακολουθούσα να αναπαράγεται για άλλη μια φορά η εικόνα του πανικού.. τα κανάλια μιλούσαν για πυροβολισμούς από ΜΑΤατζήδες, έδειχναν πλάνα από συλλήψεις στο Σύνταγμα, μιλούσαν για δακρυγόνα σε περαστικούς.. ναι, δεν αμφιβάλλω ότι έγιναν όλα αυτά, αλλά δεν έγιναν μόνο αυτά.
Εύκολη η παγίδα του πανικού, εύκολο το να επικεντρωθούμε στους κακούς αναρχικούς ή ακόμα ακόμα στους εγκάθετους του παρακράτους που καταστρέφουν και να γυρίσουμε σελίδα.
Σε κάθε περίπτωση, το ελάχιστο χρέος και η ελάχιστη ευθύνη όλων μας αυτές τις μέρες είναι να δούμε την ουσία. Που μας αφορά.
Οι καταστροφές και το πλιάτσικο, ο θυμός και η οργή, είναι το σύμπτωμα.
Το σύμπτωμα μιας πολιτείας που δεκαετίες τώρα αγνοεί το λαό.
Άρα, όποιος σκέφτεται στοιχειωδώς έξυπνα μπορεί να καταλάβει ότι αντιμετωπίζοντας το σύμπτωμα, η "νόσος" θα επανέλθει.
Η ουσία είναι ότι μεγάλη μερίδα της κοινωνίας έχει αποξενωθεί από την πορεία της οικονομίας - προσπαθεί να επιζήσει με 700 ευρώ στην καλύτερη περίπτωση ή βλέπει τα εργασιακά του δικαιώματα να εξανεμίζονται, ενώ παράλληλα παρακολουθεί από τον καναπέ του τα δις να πηγαινοέρχονται, ανεξαρτήτως κόμματος διακυβέρνησης
Αυτό το κομμάτι της κοινωνιάς έχει αποξενωθεί και από την πολιτική αντιπροσώπευση, νιώθει κανείς συμμέτοχος για δέκα λεπτά κάθε τέσσερα χρόνια και τον υπόλοιπο καιρό παρακολουθεί ανήμπορος τους τηρητές των νόμων να τους παραβιάζουν χωρίς καμία επίπτωση.
Η αποξένωση αφορά και την πολιτισμική ενσωμάτωση: στα παιδιά που έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει στην Ελλάδα, που έχουν ολοκληρώσει το λύκειο στην Ελλάδα, το κράτος αρνείται την ελληνική ιθαγένεια στα 18 τους, τους αρνείται την ταυτότητά τους και τα βγάζει με το ζόρι στο περιθώριο.
Σε αυτή την αποξένωση και το περιθώριο ζούμε οι περισσότεροι.
Απλά, δεν το έχουμε καταλάβει ακόμα - βολεύει να βλέπουμε ως περιθώριο τους ταραξίες και τους μετανάστες, μας ανεβάζει στα μάτια μας αυτή η σύγκριση.
Εγώ αρνούμαι να υπηρετήσω το φόβο και τον πανικό. Όπως αρνούμαι να ξεχάσω τι μας οδήγησε ως εδώ.
Γιαυτό ήμουν έξω χθες. Και το θέμα μου δεν ήταν ο ένας κακός μπάτσος ή ο ένας κακός αναρχικός.
Ας ακούσουμε την οργή μας, ας καταλάβουμε ποια ματαίωση την γέννησε δεκαετίες τώρα και ας δούμε σιγά σιγά την ελπίδα.
Εγώ πάντως την είδα στα μάτια όσων ήμασταν χθες στο Σύνταγμα, πρόσωπο με πρόσωπο με τους ΜΑΤατζήδες, σε μια ειρηνική αλλά συμβολική διαμαρτυρία, που το λιγότερο που έκανε ήταν να σκοτώσει το φόβο μέσα μας.

Tuesday, 9 December 2008

η ζωή είναι εκεί έξω..


ραντεβού την Τρίτη το βράδυ στις 9 στο Σύνταγμα
ειρηνική πικετοφορία με μαύρα ρούχα


Sunday, 7 December 2008

η φωτιά μέσα μας

ένα παιδί που έχασε τη ζωή του.

ένας ηλίθιος μπάτσος που η πολιτεία του έδωσε το ρόλο του παντοδύναμου.

οι αντιεξουσιαστές που τελικά είναι ένα σύστημα μεγαλύτερο και πιο οργανωμένο από ό,τι νομίζαμε. ίσως μία από τις λίγες ενεργές συλλογικότητες σήμερα.

η μάνα του παιδιού.

οι αθηναίοι που έπιναν το ποτάκι τους, όπως κάθε Σάββατο.

αλλά και οι αθηναίοι που βρέθηκαν σήμερα στο δρόμο.

όσοι νιώσαμε τον κυνισμό μας να ταρακουνιέται από χθες το βράδυ.

DSC01712

εισπνέω τα δακρυγόνα.

από το πρωί ακούγεται ο ήχος των ελικοπτέρων - όπως κάθε φορά που υπάρχει πορεία.

σκορπισμένος κόσμος από την πορεία στο δρόμο.

και μια φωνή που λέει "πίσω στην πορεία, αν μας διώξουν και σήμερα, το χάσαμε.."

κι αναρωτιέμαι τι να καίγεται..

"η αξιοπρέπειά μας ή η υποκρισία τους" θα μπορούσε ναναι μια απάντηση..

Saturday, 29 November 2008

...αλλά τι;

Με ενοχλεί το politically correct στη συζήτηση για το aids. Όπως βέβαια και για τόσα άλλα. Ξέρουμε πάρα πολύ καλά να μιλάμε με ευχολόγια. Στην πράξη; Θυμάμαι πόσο αιρετικά κι οργισμένα μιλούσα για το τι κάνουμε εκτός του να είμαστε τυπικά σωστοί στα λόγια, σε συζητήσεις πάνω από καφέδες και τασάκια τα χρόνια της σχολής. Τότε ήταν που αποφάσισα να επιλέξω ως θέμα της διπλωματικής μου το πώς διαχειρίζεται κανείς την οροθετικότητά του. Το aids ως τότε μου φαινόταν ακαδημαϊκή συζήτηση, δεν αφορούσε τη ζωή μου. Και ήθελα να έχω επαφή με όλο αυτό, να αποκτήσει εικόνα και φωνή, να με αφορά. Οι «συνεντεύξεις» με τους φορείς ήταν από τις εμπειρίες που με έκαναν σοφό – τις ανακαλώ ακόμα και σήμερα, κι ας έχουν περάσει παραπάνω από πέντε χρόνια. Βαριέμαι να μιλήσω με στερεότυπα και να πω πως πρόκειται για ανθρώπους σαν κι εμένα κι εσένα, θεωρώ ότι απευθύνομαι σε νοήμονες, οπότε αυτά είναι περιττά. Επίσης βαριέμαι να πω ότι ούτε στιγμή δεν ένιωσα φόβο, απειλή κλπ.

Νομίζω ότι το μόνο που θέλω να προσθέσω σε όλα όσα έχουμε διαβάσει κι ακούσει για το aids, είναι κουβέντες που μου έμειναν αποτυπωμένες. Από τότε. Θυμάμαι τον Τ. ο οποίος μιλώντας για το στιγματισμό, το ρατσισμό απέναντι στους οροθετικούς, μου είχε πει ότι «όταν είσαι πούστης και έχεις και aids, για αυτούς είσαι δυο φορές πούστης».. Θυμάμαι τον Β. να ανακαλεί την αίσθησή του εκείνης της εποχής που δυστυχώς δεν έχει αλλάξει ακόμα στα μυαλά πολλών – κυρίως ετεροφυλόφιλων – ότι «το aids για μένα ήταν μέχρι την Ομόνοια τότε, όχι στα Εξάρχεια..». Θυμάμαι το Φ. χαμογελαστό να υποστηρίζει με πάθος ότι «όποιος ασχολείται με την αρρώστια ασχολείται και η αρρώστια με αυτόν, είναι αμοιβαία τα αισθήματα», υποστηρίζοντας ότι από τότε που το πήρε απόφαση και δεν μεμψιμοιρούσε ένιωθε καλύτερα με τον εαυτό του.. Και δε μπορώ να ξεχάσω τον Σ. όταν περιέγραφε με τον πλέον «γλαφυρό» τρόπο τον φόβο για το ίδιο του το σώμα, εξαιτίας της άγνοιας.. «στην αρχή ήθελα να τραβήξω μαλακία και μου ερχόταν ότι έπρεπε να βάλω προφυλακτικό..» .

Θα σας αφήσω με ένα τραγούδι που γυρόφερνε στο κεφάλι μου όσο έγραφα αυτές τις γραμμές και με κάποιες λέξεις μιας καθηγήτριάς μου στη σχολή.

..Ανεμπόδιστα λοιπόν αναδύεται ο φόβος. Ο αρχέγονος φόβος απέναντι σε αυτή την ανατρεπτική σύζευξη του έρωτα και του θανάτου.. το ερώτημα του Rilke παραμένει ανοιχτό: «κάτι πρέπει να κάνουμε για το φόβο. αλλά τι;».. Φ.Τ.


υγ το γεγονός ότι αναφέρω μόνο τα αρχικά του ονόματος της καθηγήτριάς μου ακολουθεί τη γραμμή του ποστ πιο πάνω, έτσι, για να μη χάσω το σαρκασμό μου (και την πολιτική μου ορθότητα).. ;)
υγ2 στο ερώτημα του Rilke νομίζω ότι απαντάω σιγά σιγά..

Sunday, 23 November 2008

ένα κομμάτι (μου) αβοήθητο..

μα δεν είχα ποτέ πρόβλημα με τις κυριακές. όχι, ούτε με τη βροχή.
με το πατρικό μου; σιγά, τι μου φταίνε κι αυτοί. κάθε άλλο, πιο ήρεμη σεζόν δεν θυμάμαι να έχουμε περάσει.
τότε; γιατί αυτό το αβοήθητο σήμερα;
σα να σκάσανε όλα τα άγχη και οι έννοιες μαζί.
τι θα γίνει με τη δουλειά; θα'χω δουλειά από Γενάρη;
κι αν έχω, θα συνεχίσω να βουλιάζω στη ρουτίνα της επειδή είναι σταθερά (αλλά λίγα) τα λεφτά;
κι αν δεν έχω, θα μπορώ να συντηρώ σπίτι και γραφείο;
πότε θα ξεμπερδέψω με το γραφείο γαμώτο; τόσο καιρό σημειωτόν. βουνό μου φαίνεται, γαμώ τα έπιπλά μου και τους χρωματικούς συνδυασμούς.
μες στο δεκέμβρη ομιλίες, συνέδρια, καμία προετοιμασία εγώ, θα μου σκάσει τελευταία στιγμή το άγχος και δεν θα'χω τι να το κάνω, γιατί δεν κάθομαι να τα κοιτάξω;
κι αυτα τα ρημαδοβιβλία που αγόρασα πότε θα τους ρίξω μια ματιά;
κανα χειμωνιάτικο να πάρω πρέπει, άνοιξα τη ντουλάπα σήμερα, λες και ζω στη μοζαμβίκη, τίγκα στο κοντομάνικο.
κάνω καράφλα άραγε; γιατί αυτό που είπε η μικρή σαν του μπαμπά έχουν γίνει τα μαλλιά σου πίσω δε μου ακούστηκε πολύ καλό;
δε θέλω να γίνω ο πατέρας μου - αυτός άλλωστε τρέχει με όλα και τα καταφέρνει, εγώ μέσα στην εκκρεμότητα είμαι. ουυυφ..
μεγαλώνω;
και περιμένοντας το τρένο, έβλεπα τη γόπα μου να γίνεται μούσκεμα από τη βροχή κι είχα χαθεί. και με έβλεπα να απαντάω σε όλους ότι οκ, κουλ, όλα καλά μωρέ, να με τη δουλειά είναι λίγο περίεργα αλλα γενικά είμαι σε προσαρμογή και θα δείξει. αλλά χαλαρά.
ε όχι. παίζε εσύ τον χαλαρό κι ωραίο, να έρθει μια κυριακή στο πατρικό σου να σου σκάσει το αβοήθητο παιδί κατακούτελα και μετά να αναρωτιέσαι μήπως φταίει η βροχή ή τα λόγια του παπά.
ακούω συνέχεια για ευθύνη, μοναξιά, ενηλικίωση, αυτονόμηση.. και τα λέω κι εγώ.
να κλείσω παράθυρα και κουρτίνες, κινητά και δίχτυα και να κάτσω στο σκοτάδι, χωρίς τις ευθύνες και τις οδηγίες και τις δουλειές και τα πλάνα..
και μετά να ξαναπώ στον εαυτό μου ότι όντως μοναχός σου τις βρίσκεις τις άκρες και κάπου καταλήγεις.
και να χαρώ που είμαι εδώ και σου μιλάω και μου λες όσα μου λες και για όσο είμαι εδώ κι εσύ εκεί είναι ωραία.
και τραβάμε το δρόμο μας όλοι - και κάπου βρισκόμαστε κάπου χανόμαστε, κάπου ακουμπάνε οι γραμμές μας, οι πορείες μας. κι είναι ωραία. κι αν δεν μας αρέσει ώρες ώρες, δεν τρέχει. έτσι είναι.

και τώρα θα πεταχτώ στο καφεκούτι, να δω δυο ανθρώπους που οι πορείες μας ήταν κοντά πριν από 10 χρόνια.. τώρα δα έσκασε το τηλεφώνημα.. τελειώνοντας την παράγραφο, όχι πες μου δεν είναι σα να σου κλείνει το μάτι η ζωή φορές φορές;

Monday, 17 November 2008

λίγα γαρούφαλα..

 

πέρασα το πρωί, πριν τη δουλειά.

δεν είχε κόσμο, το μνημείο ήταν ήδη καλυμμένο με λουλούδια και στεφάνια.. είχα καιρό να μπω στο Πολυτεχνείο.

και μιας και συνέχισα περπατώντας την Πατησίων, σκέφτηκα ότι ίσως σήμερα να "παλεύουμε" με μια ατομική ευθύνη περισσότερο. ίσως αυτό να είναι το ζητούμενο. μιας και το συλλογικό όσο πάει γίνεται και πιο δύσκολο.

ίσως πάλι να είναι και παγίδα.. το κλείσιμο στον εαυτό, δεν ξέρω.

από μια γρήγορη αναγωγή σε μένα, στους γύρω μου, σε σένα εκεί κατέληξα όμως. ψάχνουμε να βρούμε την ευθύνη μας, να μετρήσουμε το κόστος, άλλος πιο ανώδυνα άλλος πιο συγκρουσιακά..

θα μπορούσα να γράφω με τις ώρες, ξέρεις..

πέρσι δεν τήρησα το λόγο μου.. σήμερα ένιωσα σα να επανόρθωσα, έχω τους δικούς μου χρόνους, βλέπεις.. μ'άρεσε..

Λίγα γαρούφαλα απομένουνε στις γλάστρες
Στον κάμπο θα 'χουν κιόλας οργώσει τη γης
Ρίχνουν το σπόρο
Έχουν μαζέψει τις ελιές
Όλα ετοιμάζονται για το χειμώνα

Κι εγώ γεμάτος απ' την απουσία σου
Φορτωμένος με την ανυπομονησία των μεγάλων ταξιδιών
Περιμένω σαν αγκυροβολημένο φορτηγό
μέσα στην Προύσα

 

στίχοι: Ναζίμ Χικμέτ, Γιάννης Ρίτσος

μουσική: Μάνος Λοΐζος

 

Friday, 14 November 2008

να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα..

 Λες να'ναι ιδέα μου ή τις τελευταίες μέρες υπάρχει στο κέντρο της Αθήνας μια ατμόσφαιρα αστυνομοκρατίας;

Σήμερα κατεβαίνοντας τη Ζήνωνος το μεσημέρι τρεις μπάτσοι σταμάτησαν έναν μετανάστη που κατηφόριζε με το μηχανάκι του.

Δύο βήματα πιο κάτω, στην Αγησιλάου σταμάτησε ένα τζιπάκι της αστυνομίας και αμέσως μετά προχωρώντας στην Κολοκυνθούς έπεσα πάνω σε δύο τύπους της δημοτικής.

Χθες στην Κάνιγγος το ίδιο σκηνικό με τους μετανάστες, τα χαρτιά σου, σήκω, κάτσε, γύρνα..

Και προχθες και παραπροχθές κοκ..

Δεν είναι ότι δηλώνω αναρχικός, ούτε ότι θέλω να καταργηθούν οι νόμοι.. μου λείπει το ιδεολογικό υπόβαθρο για κάτι τέτοιο άλλωστε -βλέπεις δεν έχω διαβάσει Μπακούνιν ή Κροπότκιν ή δεν ξέρω κι εγώ τι.

Απλά, δε μου αρέσει να βλέπω παντού αστυνομία. Χωρίς να πέφτω στη λαϊκίστικη παγίδα για το κράτος της δεξιάς, απλά δε μου αρέσει. Δε μου αρέσει γιατί φοβάται ο κόσμος. Και νιώθει ότι όσο πιο έντονη είναι η αστυνομική παρουσία τόσο καλύτερα. Ε, όχι.

Ο φόβος υπάρχει έτσι κι αλλιώς μέσα μας κάπου. Η ανασφάλεια, η αγωνία. Δε θέλω να τον κάνω πάσα στους μπάτσους όμως, για να ανακουφιστώ.. Θέλω να τον βλέπω ρεαλιστικά. Υπάρχει; Κι αν ναι, γιατί; Πόσο ρεαλιστικός είναι και πόσο κοινωνικά επιβεβλημένος; Ή πόσο υστερικός, αν θέλεις..

Και στρίβοντας στην Πλατεία Αυδή, στα γρασίδια της οποίας κοιμούνταν διάφοροι τύποι, θυμήθηκα ότι μεθαύριο είναι το Πολυτεχνείο. Και προτίμησα να μείνω εκεί, τότε. Που πάλι υπήρχε -ξεκάθαρα πια- αυτή η αστυνομο(τρομο)κρατία. Αλλά αποδείχθηκε πόσο επίπλαστη ήταν, ότι δεν στηριζόταν σε καμία ανάγκη.. Κι αναθάρρησα λίγο. Ας είναι..

Έχουμε μάθει να φοβόμαστε; Ή μήπως εγώ έχω μάθει να φοβάμαι; :)

Σ' αυτόν τον κόσμο όσοι αγαπούνε 
τρώνε βρώμικο ψωμί 
έλεγε ο Μπάτης μια Κυριακή 
κι οι πόθοι τους ακολουθούνε 
υπόγεια διαδρομή.

 

Wednesday, 29 October 2008

Δυο σκέψεις που συναντήθηκαν στον "Έρωτα"

ΕΡΩΤΑΣ



«Όλη τη νύχτα πάλεψαν απεγνωσμένα να σωθούν απ' τον εαυτό τους»


να γίνω άλλος μέσα από σένα, να γδυθώ εμένα μαζί με τα ρούχα μου, να φορέσω εμένα με κάτι από σένα

Να σε μάχομαι στα ίσια, δεμένη απάνω σου, διαλύοντας το "εγώ" μου στο "εσύ", να σου κλέβω ανάσες, για να γεννιέμαι ξανά


«δαγκώθηκαν, στα νύχια τους μείναν κομμάτια δέρμα, γδαρθήκανε»


σύγκρουση, πόνος, εγωισμός, πώς θα σε φορέσω αν δε σε γδάρω πρώτα;

Να με κατέχεις, έτσι όπως ποτέ δεν με κατείχαν… Τα νύχια μου να γράφουν το "σε θέλω"! Να με τρως και να σε κομματιάζω.


«σαν δυο ανυπεράσπιστοι εχθροί, σε μια στιγμή, αλλόφρονες, ματωμένοι»


αβοήθητος μπροστά στον έρωτα, βλάκας, χλεύη των φίλων, ναι! εχθροί όμως ή.. μαζί;

Χωρίς άλλοθι, χωρίς δικαιολογίες, γυμνοί από λογική και σωφροσύνη, απέναντι, αντίθετοι, ανόμοιοι, μα και μαζί. Μαζί σου Αίμα μου!


«βγάλανε μια κραυγή»


εμείς, μ' ακούς;

Στα μάτια κοίτα με! Στα μάτια… Τώρα!


«σαν ναυαγοί, που, λίγο πριν ξεψυχήσουν, θαρρούν πως βλέπουν φώτα»


αναλαμπή, λίγο πριν σε χάσω, βλέπω τον παράδεισό μας - εσύ;

Κράτησε με! Σώσε με! Θα βυθιστώ μαζί σου. Δεν υπάρχει τόπος που να θέλω να υπάρξω Δίχως Σου…


«κάπου μακριά.»


όσο μακριά, μπορώ ναρθώ, εσύ μου το μαθες

Αφού εγώ θα είμαι εκεί, κι εσύ εδώ…


«Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους σα δυο μεγάλα ψαροκόκκαλα»


τι να μείνει άραγε από μας - σε ένα, δύο, δέκα χρόνια;

Δεν με νοιάζει το "μετά". Ο χρόνος μου τελειώνει ήδη… Έζησα!


«ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούργιου μάταιου πρωινού»


μία ανάμνηση ένα σκοτεινό πρωινό του Νοέμβρη; ή αυτό το φορεμένο "εμένα με κάτι από σένα";

Στη Μνήμη μου κοιμάσαι πάλι… Μέσα Μου. Δεν θέλω να ξέρω τίποτα…




υγ έρωτας, πόνος, χαρά, εγώ, εσύ.. μέσα μας, δίπλα μας, γύρω μας.. τα βιώνουμε ωστόσο ο καθένας διαφορετικά. η "γνωριμία" μέσα από τα λόγια μας - έστω μέσω της μπλογκόσφαιρας - μας παρότρυνε να μοιραστούμε σκέψεις, συναισθήματα, συνειρμούς.. κι αυτή η αλληλεπίδραση μας έσπρωξε σε μια κοινή ανάρτηση, με την ελπίδα το "δύο" να είναι πιο όμορφο από το "ένα". εκεί άλλωστε οδηγηθήκαμε διαβάζοντας τους στίχους του Τάσου Λειβαδίτη που στάθηκαν η αφορμή για αυτή την ανάρτηση..

madame de la luna

oblivion

Wednesday, 22 October 2008

..λίγο;

δεν έχω κάτι άλλο να πω;
ίσως να μη θέλω,
να μη με πιστεύω,
να με ειρωνεύομαι κατά βάθος
ίσως απλά θέλω να μιλήσω μόνο σε μένα
και να με διαβάσω μόνο εγώ
καιρός μου είναι
εδώ γύρω θα'μαι
αλλά όπως λέει κι η Τάνια
άλλο δε μπορώ, τώρα να σταματήσουμε λίγο

Thursday, 16 October 2008

με διάθεση ξεγυμνώματος (II)



Βήματα στην κατηφόρα, λαχανιασμένα
Δεν προλαβαίνω να δω
Έρχονται ή απομακρύνονται;
Ποιοι τρέχουν πιο γρήγορα;
Οι μέρες ή οι άνθρωποι;
Θυμάμαι κάποτε τους κατηγορούσα που περνούν
Κάποιοι κατηγόρησαν κι εμένα που πέρασα
Ή που τελικά δεν ήρθα καν – κι ας ήμουν εκεί
Ύστερα κατηγορούσα τη ζωή, τη συγκυρία, την τύχη
Την τύχη ή τη μοίρα
Ή και τις δύο μαζί
Μετά από δίκες και δίκες, άρχισα να κατηγορώ κι εμένα
Άργησα, ε;
Ένας κόμπος οι απλωμένες φωτογραφίες
Μοιάζουν με αστερίες οι στίχοι που θυμίζουν
Έφταιξα – χαίρω πολύ
Ενοχή άγνοιας
Στο δίλημμα «ένοχος ή βλαξ»
Απάντησα
γ. όλα τα παραπάνω
Άδικα δάκρυα, ίσως κι άδικες χαρές
Χαρές και δάκρυα ανάγκης
εκεί ήταν το θέλω μου τελικά; κράτα το αν το βρεις
Σαν παιχνίδι ήταν, σα να έπαιζα συγκρουόμενα
Αλλά δεν σκέφτηκα πριν μπω στο αυτοκινητάκι
Πόσο σκεφτόμαστε άλλωστε πριν αρχίσουμε ένα παιχνίδι;
Μόνο όταν υπάρχει στοίχημα το σκέφτεται κανείς να παίξει ή όχι
Δεν είναι στενάχωρο τώρα
Είναι πίσω μου – πολύ
Λες και είμαι κάποιος άλλος εγώ
Είμαι
Μια συνεχής διεργασία η ζωή, είπε κάποια μου φωνή
Σκόνταψα σε εκείνη την πόρτα
Του σπιτιού που είχε ζήσει ο Κουν
Έτσι έλεγε απ’ έξω
Εσύ να δεις θα σκόνταψες κάπου αλλού μάλλον
Και κάπου θα σκοντάψει ο επόμενος, κάπου εγώ αύριο
Και σκέφτηκα μετά, κατηφορίζοντας, ότι πάντα σηκωνόμαστε
Μέχρι που κάποια στιγμή σηκωνόμαστε μαζί
Δε με νοιάζει ποιος σηκώνει ποιον
Το στοίχημα είναι – υποθέτω – πόσο κρατάει μετά ο καθένας
Αυτό που δημιουργούμε μαζί
Εμάς.

Wednesday, 1 October 2008

αιρετικές απόψεις περί ηθικής, μαζοχισμού, μικροαστισμού ..

πολλές προσλαμβάνουσες, αυτές τις μέρες.. "χρωστάω" ένα ποστ εμπνευσμένο από αυτήν την φωτογραφία στα Εξάρχεια στην roadartist, είχα διάφορες σκέψεις περί απώλειας μετά από δύο αναρτήσεις που διάβασα πρόσφατα, αλλά μια συζήτηση σήμερα βαθιά κι έξυπνη (από τις σπάνιες) σε συνδυασμό με ένα θέμα με το οποίο ασχολούμαι τελευταία επαγγελματικά με οδήγησαν αλλού.. αφέθηκα στη διεργασία που λέμε στη δουλειά μας κι έφτασα εδώ.
σκέφτομαι ότι αιωρείται μια μεταηθική.
βλέπεις ανθρώπους να προβάλλουν ένα μικροαστικό πρότυπο ως lifestyle (χωρίς βέβαια να το καταλαβαίνουν συνήθως), να αναπαράγουν στερεότυπα ηθικής που είχαν οι γονείς τους. και μάλιστα να τα υποστηρίζουν με σθένος έως και έπαρση. κι όλο αυτό συνδυάζεται με μια underground σεξουαλική ζωή προκλητική, «εναλλακτική», που δεν αρκείται στην ομοφυλοφιλία, αλλά περνάει εύκολα στο σεξουαλικό μαζοχισμό.
υπάρχει μια αντίφαση, αν με πιάνεις. μπορεί να γίνει επικίνδυνο. επειδή είναι σα να τρέχει κανείς ταυτόχρονα με δύο ταχύτητες. από τη μία υπάρχει ένα ηθικίστικο φαίνεσθαι, αδιαφοροποίητο, που προφανώς μας πάει πίσω σε κοινωνικό επίπεδο κι από την άλλη μια προσπάθεια υπόγειας διαφοροποίησης, μια τάχα μου απελευθέρωση, που τελικά είναι απλά ένα αντίβαρο στο μικροαστισμό.
η εικόνα του παππού με το βασιλιά και το σκρίνιο (που λέει κι ένας φίλος), το σωστό και το λάθος της μαμάς, οι Τούρκοι είναι κακοί, οι φυλακισμένοι μαλάκες και η ορθοδοξία σώζει. ψευτοηθική οικογενειακή.
τι κάνει έναν άνθρωπο να την υιοθετήσει όμως; παρόλο που τελικά τον πιέζει; άλλοι λένε ότι αρκεί η βλακεία. άλλοι ότι βολεύεται κανείς – μιας και δεν χρειάζεται να διαφοροποιηθεί σε συνειδητό επίπεδο, δεν χρειάζεται να παλέψει για τίποτα, να κοιτάξει μέσα του για να βρει κάτι άλλο, διαφορετικό, κρατάει το ήδη δοσμένο, το εύκολο, αφού άλλωστε περιλαμβάνει αφορισμούς και θέσφατα.
όταν βλέπεις με έπαρση κι απαξίωση ό,τι έχεις μάθει πως δε χωράει στην ηθική της μαμάς, αυτό προϋποθέτει ότι έχεις βρεις έναν τρόπο να χωράς εσύ. και χωράς όταν είσαι ατσαλάκωτος. όταν δεν φαίνεσαι «ανήθικος». αρκεί να φαίνονται οι άλλοι.
η αντίφαση αυτή όμως γεννά μια γνωστική ασυμφωνία, πιέζει. η πίεση κάπου πρέπει να διοχετευτεί. κάπως πρέπει να διαχειριστεί κανείς τις ενοχές του – γιατί αν μη τι άλλο στην ηθική της μαμάς δε χωράει η ομοφυλοφιλία.
εκεί μπαίνει το σεξ. η μαζοχιστική πρακτική, λοιπόν, μπορεί άνετα να παίζει το ρόλο της τιμωρίας που πηγάζει από αυτή την εσωτερική αίσθηση ενοχής. ή μια άλλη άποψη είναι ότι η τάση στο σεξουαλικό μαζοχισμό μπορεί να είναι μια προσπάθεια δραπέτευσης από τον εαυτό. γιατί τελικά υπάρχουν ακόμα μερικοί άνθρωποι που θεωρούν το σεξ ξεκομμένο από την υπόλοιπη ζωή τους. ότι δεν έχει προεκτάσεις. ότι υποδύονται ρόλους και είναι άλλοι την ώρα του σεξ κι άλλοι την υπόλοιπη μέρα. η επίγνωση της πραγματικότητας, η υιοθέτηση μιας ηθικής που δεν χωράει τους ίδιους που την φέρουν, είναι δυσάρεστη, δύσκολη στη διαχείριση, αδύνατη κατά τη γνώμη μου.
εύλογα το άτομο ωθείται στο να δραπετεύσει από αυτήν, άλλωστε η απώλεια του ελέγχου το απελευθερώνει από τη δυνατότητα να παίρνει αποφάσεις. από την ευθύνη του εαυτού του. όπως ακριβώς δεν πήρε την ευθύνη της διαφοροποίησής του και της διαμόρφωσης της δικής του ηθικής, αλλά υιοθετεί την μικροαστική ηθική που βρήκε έτοιμη – που δεν έχει χώρο για αυτόν.
μακριά από μένα οποιαδήποτε κριτική στην οποιαδήποτε σεξουαλική πρακτική. αντιθέτως. είμαι κι εγώ μέσα σε αυτές όπως οι περισσότεροι από εμάς.
αλλά ποτέ δεν θα πω ότι έτσι γουστάρω, γιατί απλά έτσι γουστάρω. είμαι από τους ξυνούς, καταθλιπτικούς, μίζερους τύπους που πιστεύουν ότι πάντα υπάρχει ένα γιατί από κάτω. κι ας μη μας αρέσει.
κι αν ξεδίπλωσα συλλογισμούς στο μυαλό μου για το θεματάκι αυτό, είναι επειδή είδα αυτή τη "δραπέτευση" γύρω μου και δεν μπορούσα να καταλάβω πως λειτουργούσε, γιατί υπήρχε. και κυρίως γιατί με ενοχλεί πάντα αυτή η μικροαστική ηθική. η ηθική του βγάζω τον άλλον μαλάκα, ανήθικο κλπ για να εξυπηρετήσω την ατσαλάκωτη, ηθική εικόνα που έχω για μένα.
την καλησπέρα μου!

Wednesday, 17 September 2008

δειλές συμπληγάδες

Επιτέλους έκλεισα την πόρτα πίσω μου – κράτησα την ανάσα μου να χαρώ την ησυχία
Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Το μάτι μου έπεσε στο στίχο του Εμπειρίκου – τον είχα σταμπάρει από πολύ παλιά
Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
Τον είχα επιστρατεύσει κιόλας, όταν ένιωθα την ανάγκη να αποδώσω την ευθύνη στην ποίηση
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων
Θυμήθηκα το τέλμα, την απραξία – το συναίσθημα του αβοήθητου
Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
Αναρωτήθηκα: εγώ ήμουν; Πώς έφτασα εκεί; Γιατί; Το διάλεξα; Το μεγάλωσα; Το συνέχισα; Γιατί;
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια
Σήκωσα το βλέμμα. Παντού μαύρα σύννεφα – σα να έκλεισε κάποιος την πόρτα του ουρανού
Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπιλιάδες
Το ρολόι στις οχτώ παρά πέντε. Σκοτάδι σιγά σιγά. Από μικρός δε φοβόμουν το σκοτάδι. Μάρεσε μάλλον.
Χαίρε πού αφέθηκες να γοητευθείς απ’ τις σειρήνες
Να απόδωσα σωστά άραγε μες στο μυαλό μου τον Εμπειρίκο; Ή μήπως να τον εκμεταλλεύτηκα για να διώξω τις ενοχές.
Χαίρε που δε φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.
Ή μήπως τελικά νάναι αυτό που μου λένε, ότι έχω άγνοια κινδύνου;

υγ ήθελα να γράψω για πολλά, δεν ξέρω καν για πόσα.. τελικά θα τα κρατήσω για μένα, για μια άλλη φορά ίσως. καλησπέρα σε όλους κι ένα μεγάλο καλωσόρισμα για τους νέους επισκέπτες!

Sunday, 31 August 2008

9 χρόνια σε 10 λεπτά

κι εκεί που πας ήρεμος ήρεμος στη δουλειά σου Παρασκευή πρωί να ξεμπερδεύεις και με αυτήν την ρημαδοβδομάδα, τσουπ!
τι το θελα να περάσω διερευνητικά το βλέμμα μου από το ταχυφαγείο (όπως θα έλεγε κι ο παπούς μου) στη γωνία Ακαδημίας και Μπενάκη;
η ανέμελη όψη της νιότης μου'ρθε κατακέφαλα!
προς στιγμήν σκέφτηκα: δεν έχουν σχολείο αυτά; τι τα βγάζουν στους δρόμους έτσι;
αμέσως επανήλθα στα κανονικά μου και συνειδητοποίησα ότι προφανώς και δεν έχουν σχολείο, γιατί είναι οι φετινοί επιτυχόντες στα πανεπιστήμια..
και με έναν γρήγορο υπολογισμό, κατάλαβα (απότομα, η αλήθεια είναι) ότι πάνε 9 ολόκληρα χρόνια από τότε που ήμουν εγώ στον Γρηγόρη και χαλβάδιαζα ανέμελα κι ένας "κύριος" με πουκάμισο πήγαινε στη δουλειά του απελπισμένος εξαιτίας μου..
επειδή όμως οι μηχανισμοί μου ακόμα δουλεύουν ήδη φτάνοντας στην Πανεπιστημίου είχα αρχίσει να κάνω έναν μίνι-απολογισμό αυτών των 9 ετών για να νιώσω καλά με τον εαυτό μου.. (αυτό με τη μανία μου να κάνω για τα πάντα απολογισμούς, λίστες, καταλόγους, κλπ πρέπει να το κοιτάξω μάλλον - εγώ το εντάσσω στον ψυχαναγκασμό μου, εσείς;)
και κάνοντας τον απολογισμό, ενώ προσπαθούσα να μην τρακάρω με τους υπόλοιπους πεζούς (μιας και κανείς δεν κοιτάζει δεξιά ή αριστερά του όταν περπατάει στην Αθήνα), χάρηκα. θυμήθηκα πολλά, σκέφτηκα ότι κέρδισα πολλά αυτά τα χρόνια, ότι παράλληλα έχασα ανθρώπους, αλλά κράτησα κιόλας άλλους, κατάλαβα ότι έχω κατακτήσει έναν άλλο τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς σε σχέση με τότε (αυτό έλειπε, θα μου πείτε) και ξαναχάρηκα.
και φτάνοντας - καλώς ή κακώς - στη δουλειά, θυμήθηκα κάποια λόγια που είχε πει σε μια συναυλία η Χάρις Αλεξίου ως εισαγωγή για την Πανσεληνό.
και ακόμα πιο χαρούμενος με τον ευατό μου, που μέσα σε 10 λεπτά κατάφερα α) να καταπολεμήσω την απελπισία μου που μεγάλωσα, β) να κάνω έναν μίνι-απολογισμό της ζωής μου τα τελευταία 9 χρόνια, γ)να χαρώ με αυτό και δ) να βρω το μουσικό χαλί για όλη αυτήν την κινητικότητα του μυαλού μου, λέω να μοιραστώ μαζί σας τα λόγια της Χαρούλας (θα μου πείτε άλλο να τα διαβάζουμε κι άλλο να τα ακούμε, προφανώς στο γραπτό χάνει, αλλά μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας..):

"όταν ξεκίνησα να τραγουδάω
ήμουν ένα παιδί
είμαι και τώρα..

κι ερωτεύτηκα
και μεγάλωσα

και ξαναερωτεύτηκα
και ξαναμεγάλωσα

κι ερωτεύτηκα πάλι
κι όταν ερωτεύτηκα πιο δυνατά από τις άλλες φορές

ξανάγινα παιδί
και...
ξαναερωτεύτηκα

κι όλα αυτά τα χρόνια κοντά σας
έχω μοιραστεί τόσα πολλά πράγματα
έχω αγαπήσει
έχω πονέσει
έχω ξεχάσει τις στεναχώριες,
το'χω γλεντήσει μαζί σας
κι έτσι θα κάνω
έτσι θα κάνω μέχρι το τέλος.."



υγ α μην ξεχάσω να ευχαριστήσω τον Θέμη για την αφορμή που μου έδωσε με το δικό του ποστ
υγ2 μετά τα τελευταία, μου/σας χρωστούσα κάτι πιο αλέγκρο, νομίζω..

Monday, 18 August 2008

black n white.. only.

Ξύπνησε αγχωμένος. Πρώτη μέρα δουλειάς – πώς να μην αργήσει.. Γυμνός όπως ήταν σηκώθηκε, έφτιαξε μηχανικά τον καφέ του, άναψε ακόμα πιο μηχανικά ένα τσιγάρο και προσπάθησε να συνειδητοποιήσει ότι ξύπνησε. Άνοιξε το λαπτοπ παράλληλα, έτσι για να χαζέψει καμιά είδηση μαζί με το τσιγάρο και τον καφέ. Και είδε το μέιλ. Το άνοιξε και το στομάχι του μαγκώθηκε. Αυτόματη αντίδραση. Άρχισε να διαβάζει.




«Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μπερδεμένη πολιτεία ζούσαν ο V και ο Λ. Τυχαία, μια μέρα συνάντησαν ο ένας τον άλλον. Χαμογέλασαν και μέρα με τη μέρα, άρχισαν χωρίς να το πολυκαταλαβαίνουν να χτίζουν ένα σπίτι. Δεν τους φάνηκε εύκολο, από τις πρώτες κιόλας μέρες. Ο καιρός ήταν βροχερός, οι γείτονες καχύποπτοι, τα υλικά ακριβά, άσε που δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν στο πώς ήθελαν να είναι το σπίτι τους ακριβώς. Άλλο είχε στο μυαλό του ο V, άλλο ο Λ. Είχαν μαζέψει υλικά για το σπίτι τους από παλιότερα σπίτια, από το πατρικό τους, από σπίτια που ποτέ δεν έγιναν σπίτια ή από τα απομεινάρια παλιών σπιτιών. Μιας και δεν είχαν κάποιον έμπειρο αρχιτέκτονα να τους βοηθήσει στο σχέδιο ή εργολάβους να τους καθοδηγήσουν στο χτίσιμο, συχνά διαφωνούσαν. Έβαζαν τα υλικά το ένα πάνω στο άλλο, άλλοτε ενθουσιασμένοι, άλλοτε κουρασμένοι, μερικές φορές χωρίς καν να συζητήσουν για το πώς θα ήταν καλύτερο να τοποθετηθούν. Το σπίτι παρόλο που φορές φορές έμπαζε, ιδίως τις χειμωνιάτικες νύχτες - είχε με τον καιρό αρχίζει να γίνεται όμορφο. Μέσα και έξω. Ο V και ο Λ περνούσαν καλά στο σπίτι, γελούσαν, έκαναν βόλτες, μαγείρευαν.. Έκαναν προσπάθειες να βελτιώσουν την επικοινωνία τους. Κάποιες φορές όμως τσακώνονταν. Εκείνες τις φορές, οι γείτονες από τα διπλανά σπίτια άκουγαν τον V και τον Λ να γκρεμίζουν κομμάτια του σπιτιού τους, ακόμα και να τα πετάνε ο ένας στον άλλον. Κάποιοι προσπάθησαν να τους εξηγήσουν ότι τα κομμάτια που πετούσαν ήταν κομμάτια του σπιτιού τους. Αυτού του σπιτιού που προσπαθούσαν τόσους μήνες να το χτίσουν μαζί. Εκείνοι, τίποτα. Είχαν αφήσει τον πόνο να γίνει θυμός και μετά από τόσο καιρό δυσκολεύονταν να βρουν ποιο συναίσθημα είχε έρθει πρώτο. Ωστόσο, μέσα από αυτές τις δοκιμασίες – που συχνά οι ίδιοι έβαζαν στους ευατούς τους χωρίς να το καταλαβαίνουν καλά καλά – το σπίτι είχε καταφέρει να αντέξει όχι μόνο στη βροχή και τον αέρα, αλλά και στις ζημιές του V και του Λ. Η τελευταία τους διαφωνία έληξε με τον V και τον Λ αγκαλιασμένους, με δάκρυα στα μάτια. Ήταν πάρα πολύ στεναχωρημένοι. Συζήτησαν ξανά και ξανά τις διαφορές τους. Ήρεμα κι έντονα. Συζήτησαν και τα αντικειμενικά εμπόδια που στο μεταξύ είχαν εμφανιστεί. Αυτή τη φορά οι γείτονες δεν τους άκουσαν. Ένιωσαν συναισθήματα σεβασμού για το σπίτι τους και δεν πείραξαν τίποτα. Και κατέληξαν στο ότι το σπίτι έπρεπε ή να μείνει μισοάδειο ή να το αφήσουν μισόχτιστο. Και έτσι τα βλέμματά τους απέφυγαν το σπίτι τους. Και εκείνοι πήραν το δρόμο της επιστροφής. Ο θυμός έφυγε και πήρε τη θέση του ο πόνος. Δικαιωματικά. Κι έμειναν από μακριά να κοιτάζουν το άδειο και μισόχτιστο σπίτι τους. Και να θυμούνται πώς ένιωθαν τότε που ζούσαν μέσα του. Και έτσι, ο πόνος έγινε το πρώτο υλικό που θα χρησιμοποιούσε ο καθένας τους στην επόμενη προσπάθεια να χτίσουν ένα σπίτι. Χωριστά όμως αυτή τη φορά».


Σκούπισε τα μάτια του. Το στομάχι ακόμα στη μέγκενη. Έπιασε το τηλέφωνο. Το άφησε αμέσως – σα να ηλεκτρίστηκε. Κοίταξε το ρολόι. Είχε ήδη αργήσει. Τα άφησε όλα όπως ήταν. Τον καφέ γεμάτο ακόμα, το τσιγάρο να καπνίζει στο τασάκι και το λαπτοπ να καίει. Ωραία ξεκινάει πάλι η σεζόν, σκέφτηκε και κατηφόρισε γρήγορα τα στενά των Εξαρχείων.



Tuesday, 12 August 2008

..αφιερωμένο..

Αύγουστος, φώτα στην παραλία
τα πλοία φεύγουν για τα νησιά


Φεύγουν οι φίλοι, φεύγουν τα πλοία…
ξαγρύπνησα μα είναι αργά
Ήρθε ο Σεπτέμβρης, ήρθε ο χειμώνας
στην παραλία τη σκοτεινή…
Χάθηκα μες στη ζωή μου
Χάθηκες μέσα στη βροχή…

ΥΓ είναι γεγονός ότι δεν επανέρχομαι εύθυμα.. έχω ωστόσο από νωρίς απενοχοποιήσει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε συναίσθημα, επιλέγω λοιπόν να ξεκινήσει η σεζόν με στίχους της Λούλας Αναγνωστάκη.. και βλέπουμε! καλώς σας βρήκα και πάλι

Thursday, 31 July 2008

intermission

κι ύστερα - ως εκ θαύματος - ήρθαν οι διακοπές..
χτύπησε δυνατά το ξυπνητήρι, έπεσε από το τραπεζάκι και τον ξύπνησε κι αυτόν.
και του είπε ότι τώρα είναι η ευκαιρία σου για φέτος να πας διακοπές!
τώρα είναι η ευκαιρία σου να βγάλεις το τζιν και να φορέσεις το μαγιώ (ιδανικά, δε, ούτε αυτό)
η ευκαιρία σου να πεις σε όλους και σε όλα
"αφήστε με τώρα για λίγο, δε θέλω να με απασχολεί τίποτα άλλο εκτός απτό να χαρώ αυτές τις μέρες"
και να πάρεις μαζί σου τα απαραίτητα
τη χαρά σου, την ηρεμία σου, την σιωπή σου, το χαμόγελό σου
ααα, και το νου σου, φίλε
τη βαλίτσα με τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις
άφησέ την σπίτι
εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, εκεί θα την βρεις όταν γυρίσεις.
εκεί θα είναι όλα και θα σε περιμένουν
αλλά τώρα εσύ πρέπει να τα αφήσεις και να φύγεις.
τον δρόμο τον ξέρεις,
στο χέρι σου είναι πόσο γρήγορα ή αργά θα τον ανέβεις..

Friday, 18 July 2008

self-trapped

Πάλι. Άργησε να ξυπνήσει. Μισή ώρα αργότερα στη δουλειά.

Ε, και; Πόσο γρήγορα να περπατήσει άλλωστε κανείς στην Ομόνοια..

Ζέστη – λιγότερη σήμερα.


Κάποια στιγμή του πέρασε από το μυαλό στη δουλειά αυτή η γαμημένη σκέψη.


Πόσο εύκολα αυτό-παγιδεύεται κανείς;

Πόσο εύκολα δηλαδή περιορίζει το «χώρο δράσης» του;

Το πεδίο σκέψης του, ίσως.

Αυτή είναι η δουλειά σου. Αυτό είναι το γραφείο σου. Αυτή είναι η σχολή σου. Αυτό είναι το αντικείμενό σου.

Αυτό είναι το σπίτι σου. Αυτή είναι η πόλη σου.

Αυτή ήταν η σχέση της ζωής σου. Αυτό ήταν το καλύτερο γαμήσι. Αυτός ήταν ο ανεκπλήρωτος έρωτάς σου.

Αυτή είναι η ζωή σου.

Κι αν δεν είναι μόνο αυτά;

Κι αν αυτά είναι όσα πρόλαβες; Ή σε όσα έμεινες; Ή όσα νόμιζες ότι ήταν;

Τότε ποια είναι τα άλλα;


Το βλέμμα ανοίγει. Φτάνει ως τον Υμηττό.

Κι όμως. Έτσι νομίζει. Φτάνει πιο πέρα. Πιο πίσω, πιο βαθιά.

Αρκεί να το καταλάβει.





Θυμήθηκε τις περιόδους της ζωής του που βρέθηκε μπροστά σε μια αρχή – εσκεμμένα και μη.

Τότε το βλέμμα σα να έφτανε πιο πέρα. Να ήταν πιο ανοιχτά τα μάτια τότε άραγε;


Το λεωφορείο το μεσημέρι άργησε μισή ώρα.


Όση είχε καθυστερήσει το πρωί να φτάσει στο γραφείο.


Κι αυτός έμεινε να κοιτάζει τα δύο κινεζάκια πάνω στη μοτοσικλέτα του μπαμπά..


Και μπαίνοντας επιτέλους στο λεωφορείο θυμήθηκε το στίχο του Μιχάλη Κατσαρού:


«Αντισταθείτε σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει: καλά είμαι εδώ».

Κι αφού φόρεσε τα ακουστικά, έκλεισε τα μάτια.

Thursday, 10 July 2008

10+1

επειδή η τέχνη μπορεί να σας έπεσε βαριά καλοκαιριάτικα κι επειδή μ'αρέσει να μιλάω για τον εαυτό μου, αποφάσισα να παίξω κι εγώ αυτό το παιχνίδι στο οποίο μοιράζομαι μαζί σας 10+1 άχρηστες πληροφορίες για μένα - κι ας μη με κάλεσε κανείς, πήρα το θάρρος, εύκολα σχετικά! Ιδού:

1.Μου αρέσει να τσακώνομαι στο δρόμο, στα τρένα, τα λεωφορεία, κλπ με ανθρώπους που συμπεριφέρονται ρατσιστικά (κυρίως σε μετανάστες).

2.Δεν ξέρω να οδηγώ – τη μοναδική φορά που προσπάθησα παραλίγο να πέσω σε μια βιτρίνα με ψυγεία.

3.Ενημερώνομαι καθημερινά, διαβάζοντας έξι εφημερίδες στο διαδίκτυο – εκτός από τα αθλητικά, βέβαια.

4.Φοράω 49 νούμερο παπούτσι.

5.Έχω μια μοναδική ικανότητα να αναβάλλω τα πάντα, από το πιο ανούσιο μέχρι το πιο σημαντικό - μάλλον το κάνω για να μη νιώθω ότι πιέζομαι.

6.Στις δημόσιες υπηρεσίες, περιμένω να αδειάσει το γκισέ της εκάστοτε νεαρής υπαλλήλου ώστε να απευθυνθώ σε αυτήν και να τύχω καλύτερης μεταχείρισης.

7.Απολαμβάνω να κάνω (διακριτικά, συνήθως) ειρωνικές παρατηρήσεις σε όσους νομίζουν ότι πηγαίνουν στο θέατρο ή τον κινηματογράφο για να πουν τα νέα τους με τους φίλους τους που είχαν να δουν καιρό.

8.Στα 10 μου αποφάσισα να φτιάξω μια μυστική οργάνωση με σκοπό να παρακολουθώ και να κατασκοπεύω όλη τη γειτονιά. Η οργάνωση διέθετε καταστατικό, σύμβολο, μέλη και αναλυτικά αρχεία των καθημερινών κινήσεων οποιουδήποτε ενέπιπτε στο οπτικό μου πεδίο. Α, επίσης και κιάλια.

9.Μέχρι και στο Γυμνάσιο είχα την εμφάνιση του κλασικού φυτού, ευτυχώς από το Λύκειο και μετά άρχισα να κάνω διορθωτικές κινήσεις (κάλλιο αργά..).

10.Δυσκολεύομαι πάρα πολύ να αποφύγω να είμαι ειρωνικός, όχι μόνο σε τσακωμούς, αλλά και σε απλές καθημερινές συζητήσεις, στις δημόσιες υπηρεσίες, στη δουλειά μου, ακόμα και στο φλερτ..

11.Η πρώτη λέξη που έβγαλα από το στόμα μου ήταν «ουχί».

Tuesday, 8 July 2008

Άμλετ, schaubühne



επιτέλους.. Θέατρο!


καταπληκτική η χθεσινή πρώτη παγκόσμια πρεμιέρα της νέας παράστασης της schaubühne


δεν έχω λόγια, οπότε το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να παραπέμψω στο δημιουργό Τόμας Οστερμάγιερ και στη συνέντευξη που έδωσε στην Ελευθεροτυπία πριν κάποιες βδομάδες:


Thursday, 3 July 2008

αόρατοι κι εφήμεροι, εμείς.

Έχω ένα καλό κουσούρι (μεταξύ άλλων, πάντα). Αφού δω μια παράσταση που μου αρέσει, ψάχνω στο ίντερνετ οτιδήποτε έχει γραφτεί για αυτήν, για το έργο, τη σκηνοθεσία, τους συντελεστές κοκ. Σήμερα, ζώντας μια ακόμη ατέλειωτη καλοκαιρινή μέρα αργομισθίας, εντόπισα στο λαπτοπ μου ένα απόσπασμα από μια κριτική στην Ελευθεροτυπία για την παράσταση της Αριάν Μνούσκιν, τους «Εφήμερους», που ανέβηκε πέρσι στο Φεστιβάλ Αθηνών. Περιγράφει μια σκηνή της παράστασης:

«…Δικαστικός κλητήρας καταμετρά σε ένα μίζερο σαλονάκι τα ευτελή υλικά αγαθά του. Η μουδιασμένη ιδιοκτήτρια τρέμει. Δύο χρόνια απλήρωτο νοίκι. «Φαίνεται πουθενά ότι εισπράττετε λεφτά;» τη ρωτά. «Όχι». «Δεν υπάρχετε!» την αποστομώνει ο κλητήρας, συνεχίζοντας την καταγραφή…»

Θυμήθηκα αμέσως ότι είχα ανατριχιάσει με την απάντηση του κλητήρα.

“Vous n’ existez pas.”

Και κατάλαβα εκ των υστέρων ότι ανατρίχιασα επειδή ένιωσα πόσο δίκιο είχε ο κλητήρας. Πόσο πολύ, όντως, υπάρχει μες στη ζωή μας αυτή η αντίληψη. Ότι οι άνθρωποι που δεν έχουν εισόδημα είναι αόρατοι. Δεν είναι «σαν εμάς», δεν μας αφορούν. Αντίστοιχα, το ίδιο συμβαίνει με όσους ανθρώπους διαφέρουν από το πρότυπο του μέσου λευκού δυτικού, ο οποίος εργάζεται – μανιωδώς συνήθως – ώστε να έχει σπίτι, αυτοκίνητο, κήπο, σκύλο, εξοχικό και πάει λέγοντας. Το καταναλωτικό πρότυπο, βουτηγμένοι στο οποίο μεγαλώσαμε όλοι, δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Αντίθετα, αφήνει όποιον δεν μπορεί να παίξει με τους όρους του – και άρα δε μπορεί να εξυπηρετήσει την επιβίωσή του – εκτός, στο περιθώριο.

Ανύπαρκτοι, λοιπόν.

Σύμφωνα με το δικαστικό κλητήρα, όσοι δεν φαίνεται να εισπράττουν λεφτά, είναι ανύπαρκτοι. Σύμφωνα με τους περισσότερους από εμάς, όποιος δεν φαίνεται να κάνει ακριβώς το ίδιο με τον διπλανό του, ακριβώς αυτό που ζητάει η κοινωνία ώστε να θεωρείται κανονικός, χρήσιμος, κλπ είναι επίσης ανύπαρκτος.
Αόρατος.

Όταν δεν βλέπουμε τον Άλλο δίπλα μας, δεν τον ακούμε κιόλας, δεν μιλάμε για αυτόν.

Σιωπή.

Η μη ορατότητα και η σιωπή ίσως να ενισχύουν την αυτό-εικόνα μιας κοινωνίας που δεν κινδυνεύει.

Ωστόσο – επειδή πάντα υπάρχει ελπίδα, ή τουλάχιστον «πρέπει» να υπάρχει – όσο οι άνθρωποι έρχονται σε πιο κοντινή επαφή μεταξύ τους, τόσο υποχωρεί η τάση τους να προσεγγίζουν τους άλλους ανθρώπους με βάση κατηγορίες (πχ str8-bi-gay, λευκός-μαύρος, ψηλός-κοντός).

Και σιγά σιγά η συμπάθεια και η κατανόηση βρίσκουν το χώρο τους.

Wednesday, 2 July 2008

Λυσσασμένη Γάτα, schaubühne


Ψέμα
Εμμονή

Σύγκρουση

Πατέρας


Ομοφυλοφιλία
Καταπίεση
Φόβος


Σεξ

"Αγία" Οικογένεια


Αυτοκαταστροφή


Εγωισμός

Γιος

Αλληλοσπαραγμός

Ανταγωνισμός

Αλκοόλ


Οργή

Λύσσα



Αγάπη

Πόνος

ΑΛΗΘΕΙΑ

Tuesday, 1 July 2008

περί αλήθειας

"στο λέω τώρα που η αλήθεια δεν πληγώνει"


πότε έρχεται αυτή η στιγμή;

που μπορείς να πεις την αλήθεια χωρίς να πληγωθείς ούτε εσύ ούτε ο άλλος άνθρωπος;

και γιατί να μην μπορούμε πάντα να πούμε την αλήθεια;

γιατί έχουμε μάθει ότι πονάει η ειλικρίνεια;

γιατί έχουμε μάθει ότι πρέπει να κρατάμε ισορροπίες;

και κάποια πράγματα κάνει να τα λέμε και κάποια άλλα όχι;


περιμένω τη στιγμή που η αλήθεια δε θα πληγώνει.

δε θα πληγώνει επειδή θα έχουμε καταφέρει όλοι να μην είμαστε τόσο εγωιστές ή τόσο στενόμυαλοι ή τόσο μίζεροι.

η αλήθεια του καθενός μας είναι οι σκέψεις του, τα συναισθήματά του, οι συμπεριφορές του, οι αξίες του, ο πόνος του, η ζωή του..

όταν το καταλάβουμε και το σεβαστούμε αυτό θα μπορούμε να ακούμε οποιαδήποτε αλήθεια χωρίς να πονάμε ή να ζηλεύουμε ή να εκνευριζόμαστε.

ή ακόμα κι αν πονάμε, ζηλεύουμε ή εκνευριζόμαστε, πάλι θα μπορούμε να το διαχειριζόμαστε αυτό ως την δική μας αλήθεια, την οποία θα πρέπει να σεβαστεί ο άλλος.


σας μπέρδεψα ε;


να δεις, θα φταίει που είμαι μπερδεμένος κι εγώ!


ΥΓ μου έβαλε δύσκολα ο mahler76 τελικά :)


Monday, 30 June 2008

αμήχανα χαμόγελα..

Η συνάντησή τους μόλις είχε τελειώσει. Βαρύ συναίσθημα. Κι ακόμα πιο βαρύ μιας και η έκφρασή του πρέπει να είναι περιορισμένη. Σπάνια είχε αντιμετωπίσει στη δουλειά κάτι τέτοιο. Να φεύγει κάποιος ή κάποια από το γραφείο και να μην έχει που να πάει. Και αυτός να μην μπορεί να τον/την βοηθήσει. Η ιστορία κλασική. Για τα δεδομένα της δουλειάς. Κακοποίηση από τον σύζυγο. Σωματική, ψυχολογική, λεκτική. Καταπίεση. Ξύλο. Απαγορεύσεις. Μοναξιά. «Δεν έχω κανέναν.» «Ήρθα στην Ελλάδα όταν τον γνώρισα κι άφησα πίσω μου μια ζωή για να ζήσω μια καλύτερη, αλλά..» Είχε μια περίεργη γοητεία αυτή η γυναίκα. Ξανθά μαλλιά, γαλάζια μάτια, την φαντάστηκε προς στιγμήν να μαγειρεύει παραδοσιακά γλυκά της πατρίδας της, να βγάζει την ποδιά και να φιλάει το μωρό της. Χαμογελαστή. Και μέσα στην κρίση, τώρα, χαμογελούσε που και που. Αμήχανα, αλλά χαμογελούσε. Της υποσχέθηκε να κάνει ό,τι μπορεί το συντομότερο. Έψαξε στα χαρτιά του. Συνειδητοποίησε ότι μόνο τέσσερα καταφύγια υπήρχαν αυτή τη στιγμή στην Αθήνα. Δηλαδή μάξιμουμ 70 θέσεις. Πήρε τηλέφωνο σε όλα. Με την ιδέα ότι αυτή η γυναίκα θα κοιμόταν πάλι στα σκαλιά της εκκλησίας, πείσμωνε ακόμα πιο πολύ. Η απάντηση ήταν ίδια από όλους «δεν υπάρχει άδειο κρεβάτι, δυστυχώς». Παραλίγο να βγάλει το θυμό του, σε αυτές τις φωνές στην άλλη άκρη του τηλεφώνου, αλλά σκέφτηκε ότι την ίδια δουλειά κάνουν, δεν είχε νόημα. Δε φταιν αυτοί. Φταίει ότι αυτή η γυναίκα ατύχησε σε μία χώρα που δεν προβλέπει πολλά πράγματα για όσους ατυχήσουν. Σε ένα κράτος που δεν έχει ενοχές που δε μπορεί να βοηθήσει τους πολίτες του να μη χάσουν την αξιοπρέπειά τους. Δεν υπάρχει πρόνοια, όντως. Τα κρούσματα της ενδο-οικογενειακής βίας και του trafficking είναι πολλαπλάσια των θέσεων σε καταφύγια και ξενώνες. Οπότε; Οπότε για όσους περισσεύουν, το κράτος λυπάται αλλά δε μπορεί να κάνει τίποτα. Ματαίωση. Απελπισία για τη γυναίκα που θα κοιμηθεί πάλι στο δρόμο, επειδή αν γυρίσει σπίτι της θα κινδυνεύει η ζωή της. Απόγνωση και για τον ίδιο, που δε μπορεί να κάνει τίποτα. Μοναξιά. Και κάπου εκεί είναι που νιώθει ότι φταίμε όλοι. Κι αυτό που ονομάζουμε κράτος και πολιτεία που αδιαφορεί και σηκώνει τα χέρια ψηλά, λες και είναι αβοήθητη. Και εμείς επειδή δεν ξέρουμε τίποτα για όλους αυτούς τους ανθρώπους δίπλα μας, πολύ κοντά μας. Και όλοι μας, επειδή δεν κάνουμε τίποτα για αυτό. Δεν είναι δική μας δουλειά θα μου πεις. Κι όμως, είναι. Οτιδήποτε αφορά τον άνθρωπο δίπλα σου και του στερεί το δικαίωμα να ζήσει μια ζωή με τις ίδιες ελευθερίες και τα ίδια δικαιώματα με σένα, είναι και δική σου δουλειά. Με αυτές τις σκέψεις, γύρισε τα πάνω κάτω εκείνο το απόγευμα. Με την εικόνα και τις μυρωδιές των παραδοσιακών γλυκών εκείνης της μακρινής χώρας σφηνωμένη στο μυαλό του. Και με το χαμόγελο αυτής της γυναίκας να τον σπρώχνει να κάνει όντως ό,τι μπορεί. Και τελικά βρέθηκε ένα κρεβάτι, ως προσωρινή λύση, παράτυπα σχεδόν, έπρεπε να αναλάβει ο ίδιος την ευθύνη της παράκαμψης της γραφειοκρατίας. Την ανέλαβε, ανυπομονώντας να πάρει τηλέφωνο τη γυναίκα και να της ανακοινώσει ότι τα κατάφεραν..

ΥΓ Η γυναίκα με το αμήχανο χαμόγελο προτίμησε τελικά να κοιμηθεί κι απόψε στα σκαλιά της εκκλησίας. Αν πήγαινε στο καταφύγιο που βρέθηκε θα έχανε τη δουλειά της: τα ωράρια δεν συντονίζονταν και υπάρχει συγκεκριμένη ώρα που κλειδώνουν οι πόρτες του ξενώνα. Ματαίωση, πάλι. Καληνύχτα..

Sunday, 29 June 2008

όμορφα.. isn't it?

Μ' αυτά και μ' εκείνα πέρασε ένας χρόνος από τότε που αποφάσισα να χρησιμοποιήσω το διαδίκτυο ως μέσο καταγραφής, προβληματισμού, επικοινωνίας, μοιράσματος.

Όμορφα είναι ως τώρα.

Όμορφα, γιατί μου αρέσει να βλέπω σκέψεις μου καταγραμμένες και πλαισιωμένες με οτιδήποτε θεωρώ ότι ταιριάζει κάθε φορά.

Όμορφα, γιατί ανατρέχω στα ποστ και στα συναισθήματα στιγμών αυτού του χρόνου.

Όμορφα, γιατί αν δεν ήταν αυτό το μπλογκ πολλές από τις σκέψεις μου θα έρχονταν και θα περνούσαν έτσι, χωρίς να γίνουν λέξεις.

Όμορφα, γιατί ακόμα κι αν γίνονται λέξεις οι σκέψεις μου θα έμεναν σε μένα - άντε και σε δυο τρεις δικούς μου ανθρώπους.

Όμορφα, γιατί το μοίρασμα αυτό είναι αμφίπλευρο κι έτσι νιώθω μια συλλογικότητα - ακόμα κι αν είναι τόσο αχανής κι απρόσωπη.

Όμορφα, γιατί τέλος πάντων είμαι και εγωκεντρικός και μου αρέσω όταν με διαβάζω.

Χαζεύοντας τις σελίδες αυτού του χρόνου μου και αντιπαραβάλλοντάς τες με άλλες σελίδες άλλων μπλόγκερς συνειδητοποίησα ότι σπάνια τα ποστ μου έχουν ημερολογιακό ή "αυτοβιογραφικό" χαρακτήρα.

Προς στιγμήν προβληματίστηκα, σκέφτηκα ότι αυτό μπορεί να δείχνει μια αποφυγή προσωπικής έκθεσης. Ωστόσο, είναι προφανές ότι οτιδήποτε κι αν γράφει κανείς, οτιδήποτε κι αν πλαισιώνει τις σελίδες του καθενός είναι ενδεικτικό της προσωπικότητάς του.

Οπότε κατέληξα ότι στην πορεία αυτού του χρόνου επέλεξα - χωρίς ίσως καλά καλά να το καταλάβω - να "εκτεθώ" με αυτόν τον τρόπο, τον πιο έμμεσο.

Και μ' άρεσε.

Συνεχίζω λοιπόν.

Επιδιώκοντας κι απολαμβάνοντας τη διάδραση.

Και παρακολουθώντας - στο μέτρο του δυνατού - αυτό το όμορφο μοίρασμα να απλώνεται ολοένα και πιο πολύ από τις οθόνες των υπολογιστών μας.

Καλή μας τύχη!


ΥΓ Τη φωτογραφία που ακολουθεί την επέλεξα αυθόρμητα χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο νιώθοντας ότι ταιριάζει. Στην πορεία ωστόσο κατάλαβα ότι επιλέγοντας μια φωτογραφία που δείχνει τη θέα που έχω από το σπίτι μου ίσως και να κάνω ένα - έμμεσο πάλι - βήμα προσωπικής "έκθεσης", ως επανόρθωση. Αυτά!

Friday, 27 June 2008

έτσι.. επώδυνα κι υποσυνείδητα..

video

..μη με ρωτάς γιατί πονώ τα μάτια σου όταν κοιτάζω

Σηκώθηκε από το κρεβάτι αργά. Για λίγο πέρασε από το μυαλό του η χθεσινοβραδινή τους εικόνα. Την έδιωξε. Ή προσπάθησε, τουλάχιστον. Αυτή ήταν η απόφασή του, άλλωστε. Έσυρε τα πόδια του μουρμουρίζοντας κάτι απροσδιόριστο σε επιθετικό τόνο. Καφές, τσιγάρο, ήλιος από το παράθυρο, ζέστη από τον ήλιο, laptop, ραδιόφωνο, εφημερίδες, mail, κανα blog, δεύτερο τσιγάρο. Θυμήθηκε την εκδρομή στην Πάργα. Και τη βόλτα στο Στρέφη. Και τον τσακωμό στα γενέθλιά του. Και την πρώτη φορά που βρεθήκανε. Και την πρώτη φορά που τον είδε να σπάει. Και την τελευταία φορά που είδε το αυτοκίνητό του να απομακρύνεται. Και τα νεύρα που είχε τη μέρα που μάλωσαν για το pride. Και την πρώτη φορά που κατάλαβε ότι είχε ερωτευτεί το χαμόγελό του. Τότε συνειδητοποίησε ότι τελικά δεν προσπαθεί να διώξει τις εικόνες. Ότι μαζοχιστικά(;) τις σπρώχνει να κατασκηνώσουν στο μυαλό του. Και προσπάθησε πάλι να τις διώξει, αυτή τη φορά ανοίγοντας νέα καρτέλα με τίτλο "Siemens: σκάνδαλο μπλε και πράσινων κόκκων". Μάταια. Σκέφτηκε για άλλη μια φορά πόσο είχε αλλάξει μέσα από όλη αυτή την αλληλεπίδραση. Εντυπωσιακά. Και μάλιστα χωρίς καλά καλά να το καταλάβει. Γι' αυτό και είχε αντισταθεί στην αλλαγή. Υποσυνείδητα. Κι επώδυνα. Η ζωή μας προλαβαίνει, σκέφτηκε. Μας διαψεύδει κιόλας ενίοτε. Τέταρτο τσιγάρο. Θόρυβος από αεροπλάνα. Ένα σκούρο γκρι καφέ χρώμα πάνω από το βουνό απέναντι. Φωτιά.. Άνοιξε mail, νέο μήνυμα. Ραδιόφωνο, Τάνια. Νιώθει το χέρι του πάλι στο λαιμό του, όπως τότε που την είδαν μαζί. Γράφει.. ας αφήσουμε τις αποφάσεις προς το παρόν - πάντα μας δυσκόλευαν άλλωστε - κι ας αφεθούμε στη ζωή, θα μας εκπλήξει, είτε επιβεβαιώνοντας είτε διαψεύδοντάς μας.. καλημέρα. Αποστολή. Κλείνει απότομα το laptop. Σβήνει το τσιγάρο. Και μουρμουρίζει ξανά, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Σα να έσβησε η φωτιά, προς το παρόν τουλάχιστον.

βαθιά κρυμμένο μυστικό το βλέμμα σου φορώ κι αλλάζω..

Thursday, 19 June 2008

I've Got Life!


video


I've Got Life - Nina Simone


Ain't got no home, ain't got no shoes

...

Ain't got no man

...

Ain't got no mother, ain't got no culture

...

Ain't got no love, ain't got no name

...

Ain't got no God

I got my hair, I got my head

...

I got my mouth, I got my smile

...

I got my heart, I got my soul

I got my back, I got my sex

...

I got my liver, Got my blood

I've got life , I've got my freedom

I've got the life

And I'm gonna keep it

And nobody's gonna take it away

I've got the life


είναι αρκετά;



Δυό πόδια.

Κι άλλα δύο.

Τέσσερα πόδια.

Μια ταράτσα.

Καδρόνια, παρατημένα.

Ένα γκρι φόντο.

Μια ανέμελη στιγμή.

Αψηφώντας τον καύσωνα.

Αδιαφορώντας για το τσιμέντο.

Ή ίσως απολαμβάνοντας τον καύσωνα και το τσιμέντο.

Γελάκια.

Σιωπή.

Ξανά γελάκια.

Τα πόδια ανασηκώνονται.

Γίνονται κουβάρι.

Τα κορμιά ξαπλώνουν στο τσιμέντο.

Ανάσκελα.

Στοργή.

Νάζι.

Επιθυμία.

Μια τσιμεντένια ταράτσα, ένας ήλιος και τέσσερα πόδια να μπλέκονται και να αιωρούνται.

Ήδη είναι πάρα πολλά από μόνα τους.

I Got Life.

Tuesday, 10 June 2008

περπατώντας στο πάρκο μονάχος..



Το έργο το έχουμε ξαναδεί.

Η παρεμβατικότητα και η αδιακρισία των ΜΜΕ δεν είναι καινούριο φαινόμενο.

Ωστόσο, αυτό που ζούμε αυτές τις μέρες δεν το έχουμε ξαναζήσει έτσι ακριβώς.

Δεν έχουμε δει να μιλάει κανείς τόσο ανοιχτά για την ομοφυλοφιλία ενός δημοσίου προσώπου - έστω και μετά θάνατον - και πόσο μάλλον για συγκεκριμένες πρακτικές αναζήτησης του σεξ.

Κι ενώ παρατηρούμε τους πάντες να αναφέρονται ανοιχτά στην ομοφυλοφιλία του συγκεκριμένου ανθρώπου, στα στέκια, στα πάρκα, στους εφήμερους ερωτικούς συντρόφους, στο ψωνιστήρι, στο Πεδίον του Άρεως, στους μελαμψούς άνδρες και σε τόσα άλλα που θα τα έλεγε κανείς ταμπού ως τώρα, δεν βλέπουμε κανέναν να αναφέρεται στην κοινωνική διάσταση του θέματος.

Η απόδοση αιτίου μέχρι τώρα κυμαίνεται από το ρατσιστικό "όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες" μέχρι το ατομοκεντρικό "ήταν αυτοκαταστροφικός, είχε ροπή στις καταχρήσεις, ζούσε επικίνδυνη ζωή εκ πεποιθήσεως".

Ακόμα και οι πλέον αξιόλογοι σχολιαστές και οι πλέον αξιοπρεπείς εφημερίδες, αποφεύγουν να κάνουν μια βαθύτερη προσέγγιση του θέματος.

Είτε από άγνοια είτε επειδή δεν πουλάει είτε επειδή δεν τους αφορά.

Εμένα όμως με αφορά το Πεδίον του Άρεως και το Ζάππειο. Και η Πλατεία Αυδή και η Βικτώρια.

Γιατί αυτές οι ερωτικές πρακτικές δεν οφείλονται στην ψυχοσύνθεση ούτε στην προσωπικότητα κανενός Νίκου, κανενός Κώστα, Μανώλη κοκ

Γιατί ο συγκεκριμένος τρόπος ψωνιστηριού - που για κάποιους μπορεί να είναι και τρόπος ζωής - είναι ένα κοινωνικό κατασκεύασμα.

Ένα κοινωνικό κατασκεύασμα που η άρχη του πάει πίσω σε εποχές όπου η ομοφυλοφιλία ήταν καταδικασμένη να είναι αόρατη.

Σε εποχές όπου δεν υπήρχαν δημόσιοι χώροι με ανεκτικότητα ή ακόμα καλύτερα αποδοχή για τους ομοφυλόφιλους.

Το ψωνιστήρι στο πάρκο, στα δημόσια ουρητήρια, στις σάουνες, στο ίντερνετ οψίμως είναι το κοινωνικό αποτέλεσμα του ρατσισμού, του στίγματος, της περιθωριοποίησης.

Και δεν είναι καθόλου δύσκολο όλη αυτή η στάση να γίνει μαθημένη αντίδραση και να καταλήξει στάση ζωής.

Φαίνεται αυτό και σήμερα ακόμα, όπου - χωρίς τα δικαίωματα των ομοφυλόφιλων να έχουν ακόμα κατοχυρωθεί - αν μη τι άλλο είναι μια ορατή κοινωνική ομάδα. Ακόμα και σήμερα πολλοί από τους ομοφυλόφιλους επιμένουν να παγιδεύονται σε πρακτικές άλλων δεκαετιών.

Αυτή λοιπόν είναι η απάντηση σε όσους θεωρούν ότι το γκέι πράιντ είναι μια υπερβολή και συμβάλλει στην γκετοποίηση.

Σε όσους θεωρούν ότι το αίτημα για γάμο είναι απλά μια πρόκληση.

Σε όσους θεωρούν ότι τα πάρκα αφορούν μόνο φτωχούς μετανάστες και αλκοολικούς μεσήλικες.

Όσο οι διπλανοί μας κλείνουν τα μάτια στην ύπαρξη των ομοφυλόφιλων και διαφωνούν με το να έχουν ίσα δικαιώματα (λες και είναι κάτι για το οποίο θα έπρεπε να ερωτώνται), τόσο θα γεμίζουν τα πάρκα. Και τα τσατ ρουμς.

Και καλώς ή κακώς τα πάρκα μας αφορούν όλους.

Γιατί στην τελική είναι ο πιο σκοτεινός χώρος ώστε να μη φαίνονται όλοι όσοι κρύβουν την ομοφυλοφιλία τους από τις γυναίκες, τα παιδιά, τους φίλους, τους γείτονές τους.

Με τις υγείες σας.

Thursday, 5 June 2008

ψηλαφίζοντας την οργή (και άλλα δαιμόνια)


Η antifa των Εξαρχείων αιτιολογεί τα κίνητρά της.

Η οργή ως συναίσθημα - αντίδραση σε όσα ζούμε καθημερινά είναι σχεδόν δεδομένη πια.

Το πλέον χαρακτηριστικό και πρόσφατο παράδειγμα είναι η μαζική οργή που εκδηλώθηκε πέρσι το καλοκαίρι με αφορμή τις πυρκαγιές.

Μαζική οργή, η οποία εκφράστηκε τόσο στο επίπεδο του μικρόκοσμου του καθενός μας αλλά και σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

Η εκδήλωση της οργής σε μαζικό επίπεδο φαίνεται να είναι ένα από τα ζητούμενα στις μέρες μας.

Η συλλογικότητα με τον παραδοσιακό ορισμό της όπως εκδηλωνόταν στη γειτονιά, στην πλατεία του χωριού, ακόμα και στις αλάνες, έχει ξεφτίσει πια εκ των πραγμάτων. Η αναζήτηση μιας νέας μορφής συλλογικότητας διαγκωνίζεται με τον τρόπο ζωής μας σήμερα.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το διαδίκτυο προσφέρεται για κάτι τέτοιο, είτε μέσω των μαζικών προωθήσεων e-mails είτε μέσω των πλατφόρμων κοινωνικής συναναστροφής είτε μέσω των sites συλλογής υπογραφών.

Αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, η ασφαλιστική δικλείδα αφορά την μεταφορά αυτής της συλλογικότητας στον «πραγματικό κόσμο», στο δρόμο, στην καθημερινότητά μας, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις.

Ένα πρόσφατο επιτυχημένο τέτοιο παράδειγμα ήταν η περσινή μαζική σιωπηλή διαδήλωση στο Σύνταγμα για τις πυρκαγιές.

Σε αυτήν την περίπτωση, μια μορφή συλλογικότητας που ξεκίνησε ως έκφραση οργής του καθενός από μας σε επίπεδο μικρόκοσμου, ενισχύθηκε και οργανώθηκε από το διαδίκτυο και εκδηλώθηκε σε κοινωνικό επίπεδο και εκτός διαδικτύου.

Η συγκυρία της διεξαγωγής των εκλογών του Σεπτέμβρη συνέβαλε ώστε αυτή η συλλογική έκφραση οργής να εκφραστεί και σε πολιτικό επίπεδο.

Ο κόσμος έδειξε λοιπόν την οργή του. Δεν έμεινε ούτε στον καναπέ του ούτε στον υπολογιστή του. Και φάνηκε η ανάγκη του να ενώσει το συναίσθημά του με το συναίσθημα του διπλανού του και να το κάνει αισθητό, να το «ακούσουν» όσο περισσότεροι γίνεται.

Έτσι αποφεύγουμε τη ματαίωση.

Επανερχόμενος στο σύνθημα στον τοίχο του περιφερειακού του Στρέφη, μοιάζει πολύ σημαντικό βήμα σήμερα ακόμα ακόμα το να αναγνωρίσουμε την οργή μας ως συναίσθημα. Και να μην την θάψουμε.

Είναι πολύ εύκολο να κουκουλώσουμε την οργή μας.

Είτε γιατί δεν μας αρέσει ως συναίσθημα. Είτε γιατί φοβόμαστε τους εαυτούς μας όταν τους βλέπουμε οργισμένους. Είτε γιατί έχουμε συνηθίσει να νιώθουμε αβοήθητοι και μόνοι και προτιμάμε να την αποφεύγουμε από το να την εκφράζουμε και να ματαιωνόμαστε που τίποτα δεν αλλάζει.

Η οργή του καθενός μας ζητά και χρειάζεται όντως το χώρο της μέσα μας.

Είναι δικιά μας. Κομμάτι του εαυτού μας κι αυτή.

Και τελικά, φαίνεται ότι όταν μάθουμε πώς να τη διαχειριζόμαστε δημιουργικά ή πώς να την μοιραζόμαστε, τότε πάμε ένα βήμα πιο πέρα.